ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

 

1.      ΔΕΥΤΕΡΑ:

’ρχιζε το πλύσιμο της προίκας.

Οι γονείς που είχαν 3 έως 4 κορίτσια, δεν μπορούσαν να γλιτώσουν από τις προίκες. Οι πλούσιοι έπαιρναν μεγάλη προίκα με ακριβά πράγματα και ωραία, αλλά έπαιρναν και λίρες. Και οι φτωχοί έπρεπε να τα έχουν όλα τα απαραίτητα και για το σπίτι, αλλά και για τα ατομικά της νύφης.

2.    ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ:

Σιδέρωμα και στόλισμα στο σπίτι της νύφης.

Όταν έμπαινε η κοπέλα στο μήνα για το γάμο άρχιζαν οι ετοιμασίες. Μαζευόντουσαν οι φίλες, αδελφές, θείες, ξαδέρφες και βοηθούσαν όλοι. Όλα έπρεπε να πλυθούν, να σιδερωθούν να τα κάνουν όλα ωραία. Όλα κεντημένα και πλεγμένα.

3.    ΒΡΑΔΥ ΤΕΤΑΡΤΗΣ:

Τρία μικρά παιδιά που να έχουν γονείς, ζυμώνανε το προζύμι για το τσουρέκι του γάμου. Και όπως ήταν μαζεμένοι οι συγγενείς στο σπίτι ξενοιάζανε (δωρίζανε).

Όταν έμπαινε η τελευταία εβδομάδα καλούσαν στο γάμο τους συγγενείς και φίλους με μήλο, και πάνω στο μήλο έβαζαν γαρύφαλλο. Το γαρύφαλλο συμβολίζει «Πατήρ, Υιός και ’γιο Πνεύμα». Τους υπόλοιπους τους καλούσαν με κουφέτα μέσα στις μπουμπουνιέρες.

4.    ΠΕΜΠΤΗ:

Προετοιμασίες γάμου (ποτά και μεζέδες)

Την Πέμπτη πήγαιναν οι νέοι και οι νέες να φέρουν την προίκα. Τα όργανα έπαιζαν χορούς και τραγούδια. Ο πεθερός έπρεπε να δώσει χρήματα και να κατέβει η προίκα για να την στολίσουν. Ένα δωμάτιο ήταν της νύφης. Γύρω γύρω στους τοίχους  ήταν σκοινιά και εκεί κρέμαζαν την προίκα15 ημέρες. Ερχόντουσαν τα κορίτσια και έπαιρναν σχέδια κεντητά και δαντέλες.

5.      ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ:

Μπογιάζανε(μαζεύανε τα ρούχα της προίκας σε μπόγους). Τα τεμάχια σε κάθε μπόγο να έχουν νούμερο 3-5-7-9 κτλ. Καλούσαν στον γάμο με μήλα. Ενώ τα παιδιά που έκαναν το κάλεσμα, οι γονείς τα δώριζαν.

Την Παρασκευή μεγάλες ετοιμασίες, και στου γαμπρού το σπίτι και στης νύφης. Είχαν γλυκά, πίτες, χαλβάδες, κότες, μεζέδες και άλλα διάφορα είδη.

 

6.    ΣΑΒΒΑΤΟ:

Το πρωί στο σπίτι του γαμπρού και στο σπίτι της νύφης έπρεπε να λουστούν 3 παιδιά (2 κορίτσια και 1 αγόρι ή αντίθετα). Και μετά να λουστούν ο γαμπρός και η νύφη.

Μετά τις 3 μ.μ. ξεκινούσε ο γάμος (γλέντι).

Νέοι και νέες ελεύθεροι μαζί με τα μπρατίμια πήγαιναν να πάρουν την προίκα με κάρα. Πήγαιναν και το νυφικό(αφού γινόταν το ξένοιασμα).

Το ίδιο το ξένοιασμα γινόταν και στο σπίτι του γαμπρού. ’ρχιζε το στόλισμα της προίκας στο σπίτι του γαμπρού, ο οποίος έπρεπε να χορέψει μαζί με την πεθερά, τραγουδώντας.

Το βράδυ 2 νέοι (μπρατίμια), καλούσαν όλο το χωριό με τσίπουρο για το γλέντι του Σαββάτου. Αργότερα ερχόταν ο γαμπρός με την παρέα του, για να ρίξει τη μαντηλιά . Η νύφη καθόταν στη γωνία του δωματίου και περίμενε. Ακολουθούσε κέρασμα και χορός. Και τέλος άρχιζε το ζύμωμα του κνα.

 

Το Σαββάτο το βράδυ άρχιζε το γλέντι στο σπίτι του γαμπρού και στο σπίτι της νύφης. Τα όργανα έπαιζαν χορούς και τραγούδια. Και ο κόσμος γλεντούσε γεμάτος χαρά. Ζύμωναν το κνα και τον τραγουδούσαν. Το κνα ήταν μια σκόνη κοκκινωπή  και το ζύμωναν τα κορίτσια μαζί με το κρασί. Μετά δύο κορίτσια μοίραζαν το κνα και δύο κορίτσια είχαν το δίσκο και όλοι έβαζαν λεφτά. Ύστερα  έπαιρναν τα κορίτσια και τα παλικάρια το κνα, το δένανε με πανάκι στο δάκτυλο και έπαιρνε ένα χρώμα, όπως είναι το κονιάκ. Και αυτό δεν έβγαινε με ό,τι και αν πλενώσουν. Το γλέντι συνεχιζόταν, ο δίσκος γύριζε με ποτά, μεζέδες και γλυκά. Το Σαββάτο το βράδυ ερχόταν ο γαμπρός με φίλους, με τα αδέλφια να ρίξουν μαντηλιά στη νύφη. Έτσι το έλεγαν. Ήταν ένα ωραίο καρέ καλοκεντημένο στις τέσσερις γωνίες. Μέσα έβαζαν μήλα, πορτοκάλια, ξηρούς καρπούς, καραμέλες και τα κερνούσαν. Έπειτα έβγαζαν διάφορα κεράσματα στο γαμπρό και στα παιδιά. Ύστερα χόρευαν και έφευγαν.

7.    ΚΥΡΙΑΚΗ:

’ρχιζε το μαγείρεμα. Καλούσαν παντρεμένα ζευγάρια για φαγητό. Το μεσημέρι άρχιζε ο χορός και οι νέοι και οι νέες στόλιζαν και έντυναν το γαμπρό και τη νύφη, τραγουδώντας. Πρώτα ξύριζαν το γαμπρό και ύστερα τον έντυναν. Και στο σπίτι του γαμπρού και στο σπίτι της νύφης έκοβαν το τσουρέκι.

Το απόγευμα ακολουθούσε η πομπή του γάμου. Ο γαμπρός, τα κουμπάρια και όλοι οι άλλοι, πήγαιναν και έπαιρναν τη νύφη για την εκκλησία, χορεύοντας κα τραγουδώντας με όργανα της Θράκης.

Μετά τη στέψη γινόταν πάλι γλέντι.

Την Κυριακή πήγαινε ο κουρέας να κόψει τα μαλλιά  του γαμπρού και να τον ξυρίσει. Και τραγουδούσαν:

«Παρπέρι τα ξυραφάκια σου να τα μαλαματώσεις,

για να μην κόψεις το γαμπρό, να μην τον εματώσεις

Η πεθερά και οι συγγενείς έριχναν ρύζι στο γαμπρό.

Μετά ντυνόταν ο γαμπρός, τον έβαζαν σε ένα ταψί και τα παλικάρια τον σήκωναν ψηλά και φώναζαν «’ξιος», να βγει στην κοινωνία και να κάνει καλή οικογένεια.

Η μητέρα έριχνε ρύζι και μετά έριχναν ρύζι όλοι που ήταν εκεί. Έπειτα έκοβαν το τσουρέκι στο γαμπρό και το έπαιρναν οι ελεύθεροι, το έβαζαν κάτω από τα μαξιλάρια τους τη νύχτα, για να δουν ποιον ή ποια θα πάρουν.

Ο γαμπρός με τους καλεσμένους του και τα όργανα πηγαίνανε να πάρουν το κουμπάρο, να κεραστούν, να χορέψουν και μετά πηγαίνανε στη νύφη.

Η νύφη όταν ντυνόταν, την τέλωναν, έκοβαν τα τέλια στο κεφάλι και την τραγουδούσαν:

«Να ζήσει χρόνους εκατό και να συμπεράσει το ανδρόγυνο,

που γίνεται, να ζήσει, να γεράσει».

Έπειτα η νύφη  ήταν σε μια γωνία, μπροστά ένα τραπέζι, δεξιά και αριστερά ήταν 2 νέες, οι αδελφές και οι εξαδέλφες.

Πρώτος πήγαινε ο γαμπρός να φιλήσει τη νύφη και στο χέρι της νύφης έδινε  χρήματα. Έπειτα ο πεθερός έδινε λίρα και τέλος η πεθερά και οι υπόλοιποι.

Ύστερα ο κουμπάρος έπρεπε να κόψει το τσουρέκι στο κεφάλι της νύφης, αφού το σταύρωνε τρεις φορές, όπως και στο γαμπρό. Μετά όλοι κατέβαιναν και χόρευαν με τη νύφη. Πρώτος ο πεθερός χάριζε χρήματα στα όργανα, μετά η πεθερά και στο τέλος όλοι οι υπόλοιποι.

Έπειτα πηγαίνανε στην εκκλησία, ενώ τα όργανα έπαιζαν. Μετά τη στέψη πηγαίνανε στο σπίτι του γαμπρού. Στην πόρτα έβαζαν ένα σίδερο. Η νύφη έμπαινε με το δεξί. Στην πόρτα ήταν η πεθερά με ένα βάζο με γλυκό και έδινε στο γαμπρό, στη νύφη και στα κουμπάρια, για να είναι η ζωή τους γλυκιά. Έπειτα η πεθερά έριχνε ένα ύφασμα στις πλάτες της νύφης και το γλέντι συνεχιζόταν. Τα όργανα συνέχιζαν να παίζουν:

 

«Κατέβα μάνα του γαμπρού

και πεθερά της νύφης.

Τη νύφη που σε φέραμε

καλά  να την τιμήσεις»

 

Κερνιόντουσαν και  χόρευαν τη νύφη, του γαμπρού το σόι.

Πρώτος ο πεθερός, μετά η πεθερά

Σαν τους Κρητικούς έλεγαν και στίχους με τα όργανα:

 

«Για δε τα πως ταιριάσανε

αυτά τα δυο στο μπόι

σαν κυπαρίσσι με μηλιά

μέσα στο περιβόλι»

 

Το γλέντι συνεχίζονταν μέχρι το πρωί. Αλλά εκτός της ετοιμασία που είχε ο γαμπρός είχε και ο κουμπάρος και η νύφη. Στο κάθε τραπέζι είχε κουραμπιέδες, πίτες, ριζόπιτες, καρυδόπιτες, ξηρούς καρπούς, φρούτα και μία κότα ψητή. Τα ίδια είχε και το τραπέζι του γαμπρού και της νύφης. Όλη τη νύχτα κερνούσαν ώσπου να ξημερώσει. Μετά η πεθερά και οι μαγείρισσες κάνανε τη σούπα. Το ζουμί από τις κότες και τα συκωτάκια γινόταν μια ωραία σούπα, για να φάνε όλοι οι καλεσμένοι και μετά έφευγαν.

Την επόμενη ημέρα η νύφη  σηκωνόταν πρώτη. Όταν πήγαινε ο πεθερός να πλυθεί, η νύφη έδινε μια ωραία πετσέτα στον πεθερό, ύστερα φιλούσε το χέρι του και αυτός με τη σειρά του της έδινε χρήματα ή λίρα. Το ίδιο και η πεθερά.

Την τρίτη ημέρα, η μητέρα της νύφης έπαιρνε την κουμπάρα, τις γειτόνισσες, τις αδελφές και πηγαίνανε στο γαμπρό να δώσουν τα δώρα. Και πάλι είχαν ετοιμασίες.

Στις 8 ημέρες πήγαινε η νύφη στη μητέρα και ο γαμπρός με τα αδέλφια του και τις αδελφές του είχαν πάλι γλέντι.

Μετά γύριζαν στο σπίτι την Κυριακή και γύριζε η νύφη, ο γαμπρός και οι κουμπάροι στους συγγενείς, στους φίλους και κερνούσαν γλυκά. Και αυτοί με τη σειρά τους έδιναν χρήματα στη νύφη.

Εδώ τελείωνε ο γάμος.